とつする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδικτυακή αργκό επιτίθεμαι, εφορμώ, εισβάλλω
  2. 02 διαδικτυακή αργκό κατακλύζω μια εταιρεία ή έναν οργανισμό με παράπονα μέσω τηλεφώνου (συνήθως από άτομα που συντονίζονται χαλαρά σε ανώνυμα διαδικτυακά φόρουμ)

Κλίση

Παρόν (απλό)
凸する
Παρόν (ευγενικό)
凸します
Άρνηση (απλή)
凸しない
Άρνηση (ευγενική)
凸しません
Παρελθόν (απλό)
凸した
Παρελθόν (ευγενικό)
凸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凸しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凸しませんでした
Τε-μορφή
凸して
Δυνητική
凸できる
Προστακτική
凸しろ
Βουλητική
凸しよう
Υποθετική (ば)
凸すれば