凸る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαδικτυακή αργκό επιτίθεμαι, ορμώ, εφορμώ
- 02 διαδικτυακή αργκό κατακλύζω μια εταιρεία ή έναν οργανισμό με τηλεφωνικά παράπονα (συνήθως μετά από χαλαρή οργάνωση σε ανώνυμα διαδικτυακά φόρουμ)
- 03 διαδικτυακή αργκό στέλνω μήνυμα σε κάποιον, επικοινωνώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 凸る
- Παρόν (ευγενικό)
- 凸ります
- Άρνηση (απλή)
- 凸らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 凸りません
- Παρελθόν (απλό)
- 凸った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 凸りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 凸らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 凸りませんでした
- Τε-μορφή
- 凸って
- Δυνητική
- 凸れる
- Προστακτική
- 凸れ
- Βουλητική
- 凸ろう
- Υποθετική (ば)
- 凸れば
- Υποθετική (たら)
- 凸ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 凸りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 凸るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 凸りなさい
- Παθητική
- 凸られる
- Αιτιατική
- 凸らせる