へこませる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βαθουλώνω, κάνω εσοχή, πιέζω προς τα μέσα, ταπεινώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
凹ませる
Παρόν (ευγενικό)
凹ませます
Άρνηση (απλή)
凹ませない
Άρνηση (ευγενική)
凹ませません
Παρελθόν (απλό)
凹ませた
Παρελθόν (ευγενικό)
凹ませました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凹ませなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凹ませませんでした
Τε-μορφή
凹ませて
Δυνητική
凹ませられる
Προστακτική
凹ませろ
Βουλητική
凹ませよう
Υποθετική (ば)
凹ませれば