へこ

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βαθουλώνω, κάμπτομαι, υποχωρώ, βουλιάζω, καταρρέω
  2. 02 νικιέμαι, καταβάλλομαι, υποχωρώ, ενδίδω, παραιτούμαι
  3. 03 καθομιλουμένη απογοητεύομαι, νιώθω αποθαρρυμένος, νιώθω καταβεβλημένος
  4. 04 υφίσταμαι απώλεια, χάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
凹む
Παρόν (ευγενικό)
凹みます
Άρνηση (απλή)
凹まない
Άρνηση (ευγενική)
凹みません
Παρελθόν (απλό)
凹んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
凹みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凹まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凹みませんでした
Τε-μορφή
凹んで
Δυνητική
凹める
Προστακτική
凹め
Βουλητική
凹もう
Υποθετική (ば)
凹めば