くわす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τυχαίνω να συναντήσω, συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε κάποιον

Παραδείγματα

  • みち友達ともだち出くわしでくわしました

    Συνάντησα έναν φίλο μου στον δρόμο.

  • たび途中とちゅうで、偶然ぐうぜんにもむかし先生せんせい出くわしでくわしおどろきました。

    Στο ταξίδι μου, έπεσα πάνω στον παλιό μου δάσκαλο εντελώς τυχαία και εξεπλάγην.

  • 人生じんせいでは、予期よきせぬ困難こんなん出くわすでくわすこともありますが、それをえることで成長せいちょうできます。

    Στη ζωή, μπορεί να συναντήσουμε απρόσμενες δυσκολίες, αλλά ξεπερνώντας τες μπορούμε να εξελιχθούμε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
出くわす
Παρόν (ευγενικό)
出くわします
Άρνηση (απλή)
出くわさない
Άρνηση (ευγενική)
出くわしません
Παρελθόν (απλό)
出くわした
Παρελθόν (ευγενικό)
出くわしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出くわさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出くわしませんでした
Τε-μορφή
出くわして
Δυνητική
出くわせる
Προστακτική
出くわせ
Βουλητική
出くわそう
Υποθετική (ば)
出くわせば