出しすぎる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπερβάλλω σε κάτι (ταχύτητα, προσπάθεια, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出しすぎる
- Παρόν (ευγενικό)
- 出しすぎます
- Άρνηση (απλή)
- 出しすぎない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出しすぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 出しすぎた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出しすぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出しすぎなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出しすぎませんでした
- Τε-μορφή
- 出しすぎて
- Δυνητική
- 出しすぎられる
- Προστακτική
- 出しすぎろ
- Βουλητική
- 出しすぎよう
- Υποθετική (ば)
- 出しすぎれば
- Υποθετική (たら)
- 出しすぎたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出しすぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 出しすぎるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出しすぎなさい
- Παθητική
- 出しすぎられる
- Αιτιατική
- 出しすぎさせる