してくれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγάζω (π.χ. σκουπίδια, φαγητό από ντουλάπι), σερβίρω (π.χ. πιάτα στο τραπέζι, γεύμα), υποβάλλω, καταθέτω (π.χ. ιδέες, απόψεις), παρέχω, προσφέρω, πληρώνω, καλύπτω το λογαριασμό

Παραδείγματα

  • 友達ともだちがジュースをしてくれる

    Ο φίλος μου θα μου φέρει χυμό.

  • かれがいつもわたしのごはんしてくれる

    Αυτός πάντα μου πληρώνει το φαγητό.

  • 結婚式けっこんしきでは、両親りょうしん費用ひようしてくれることになった。

    Για τον γάμο, οι γονείς μας αποφάσισαν να καλύψουν τα έξοδα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
出してくれる
Παρόν (ευγενικό)
出してくれます
Άρνηση (απλή)
出してくれない
Άρνηση (ευγενική)
出してくれません
Παρελθόν (απλό)
出してくれた
Παρελθόν (ευγενικό)
出してくれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出してくれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出してくれませんでした
Τε-μορφή
出してくれて
Δυνητική
出してくれられる
Προστακτική
出してくれろ
Βουλητική
出してくれよう
Υποθετική (ば)
出してくれれば