しゃばる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παρεμβαίνω, ανακατεύομαι, χώνω τη μύτη μου
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα προβάλλω τον εαυτό μου, είμαι εγωκεντρικός, επιδεικνύομαι, είμαι πιεστικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
出しゃばる
Παρόν (ευγενικό)
出しゃばります
Άρνηση (απλή)
出しゃばらない
Άρνηση (ευγενική)
出しゃばりません
Παρελθόν (απλό)
出しゃばった
Παρελθόν (ευγενικό)
出しゃばりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出しゃばらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出しゃばりませんでした
Τε-μορφή
出しゃばって
Δυνητική
出しゃばれる
Προστακτική
出しゃばれ
Βουλητική
出しゃばろう
Υποθετική (ば)
出しゃばれば