ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνεισφέρω από κοινού

Κλίση

Παρόν (απλό)
出し合う
Παρόν (ευγενικό)
出し合います
Άρνηση (απλή)
出し合わない
Άρνηση (ευγενική)
出し合いません
Παρελθόν (απλό)
出し合った
Παρελθόν (ευγενικό)
出し合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出し合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出し合いませんでした
Τε-μορφή
出し合って
Δυνητική
出し合える
Προστακτική
出し合え
Βουλητική
出し合おう
Υποθετική (ば)
出し合えば