出す
ρήμα, επίθημα | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 βγάζω
- 02 βγάζω, αποκαλύπτω, δείχνω, φανερώνω
- 03 υποβάλλω (π.χ. εργασία), παραδίδω
- 04 εκδίδω, δημοσιεύω, δημοσιοποιώ
- 05 στέλνω (π.χ. γράμμα)
- 06 παράγω (ήχο), ανάβω (φωτιά)
- 07 σερβίρω (φαγητό)
- 08 επίθημα εξωτερικεύω, ολοκληρώνω, εκτελώ (π.χ. πηδάω έξω, διεξάγω)
- 09 επίθημα αρχίζω, ξεκινάω, ξεσπάω σε
Παραδείγματα
-
ゴミを出す。
Βγάζω τα σκουπίδια.
-
手紙をポストに出す。
Ρίχνω ένα γράμμα στο γραμματοκιβώτιο.
-
新しい企画のために、みんなでアイデアを出し合った。
Για τη νέα πρόταση, ανταλλάξαμε όλοι ιδέες.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 出します
- Άρνηση (απλή)
- 出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出しませんでした
- Τε-μορφή
- 出して
- Δυνητική
- 出せる
- Προστακτική
- 出せ
- Βουλητική
- 出そう
- Υποθετική (ば)
- 出せば
- Υποθετική (たら)
- 出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出しなさい
- Παθητική
- 出される
- Αιτιατική
- 出させる