出すぎる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προεξέχω υπερβολικά, εξέχω πάρα πολύ, είμαι πολύ δυνατό (π.χ. για το τσάι)
- 02 γίνομαι πολύ προκλητικός, είμαι υπερβολικά διεκδικητικός, είμαι πιεστικός, παρεμβαίνω αδιάκριτα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出すぎる
- Παρόν (ευγενικό)
- 出すぎます
- Άρνηση (απλή)
- 出すぎない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出すぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 出すぎた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出すぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出すぎなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出すぎませんでした
- Τε-μορφή
- 出すぎて
- Δυνητική
- 出すぎられる
- Προστακτική
- 出すぎろ
- Βουλητική
- 出すぎよう
- Υποθετική (ば)
- 出すぎれば
- Υποθετική (たら)
- 出すぎたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出すぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 出すぎるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出すぎなさい
- Παθητική
- 出すぎられる
- Αιτιατική
- 出すぎさせる