ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό φεύγω, εξέρχομαι, βγαίνω έξω
  2. 02 αρχαϊκό αναχωρώ, ξεκινώ (για ταξίδι)
  3. 03 αρχαϊκό προχωρώ μπροστά
  4. 04 αρχαϊκό φτάνω, καταλήγω σε
  5. 05 αρχαϊκό εμφανίζομαι, αναδύομαι, βγαίνω στην επιφάνεια, εντοπίζομαι, αποκαλύπτομαι, εκτίθεμαι
  6. 06 αρχαϊκό δημοσιεύομαι, ανακοινώνομαι, εκδίδομαι, αναγράφομαι, κυκλοφορώ
  7. 07 αρχαϊκό παρίσταμαι, συμμετέχω, λαμβάνω μέρος, αγωνίζομαι, εμφανίζομαι σε εκδήλωση
  8. 08 αρχαϊκό διατυπώνομαι, εκφράζομαι, αναφέρομαι, θίγομαι (σε συζήτηση)
  9. 09 αρχαϊκό πωλούμαι
  10. 10 αρχαϊκό υπερβαίνω, ξεπερνώ
  11. 11 αρχαϊκό προεξέχω, εξέχω
  12. 12 αρχαϊκό ξεσπώ, συμβαίνω, ξεκινώ, πηγάζω
  13. 13 αρχαϊκό παράγομαι
  14. 14 αρχαϊκό προέρχομαι από
  15. 15 αρχαϊκό δίνομαι, λαμβάνω, προσφέρομαι, υποβάλλομαι, παραδίδομαι, πληρώνομαι
  16. 16 αρχαϊκό απαντώ (στο τηλέφωνο, στην πόρτα), ανταποκρίνομαι
  17. 17 αρχαϊκό υιοθετώ (στάση), ενεργώ, συμπεριφέρομαι
  18. 18 αρχαϊκό αναπτύσσω (ταχύτητα κ.λπ.), κερδίζω
  19. 19 αρχαϊκό ρέω (π.χ. δάκρυα), τρέχω, αιμορραγώ
  20. 20 αρχαϊκό αποφοιτώ