たて

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φρεσκοαποφοιτήσας (από κολέγιο, λύκειο, κ.λπ.), μόλις κυκλοφορήσας (π.χ. βιβλίο), πρώιμος (π.χ. μήλα της εποχής)