やすい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 που τείνει να ξεσπά, να εμφανίζεται ή να προεξέχει εύκολα

Κλίση

Παρόν (απλό)
出やすい
Παρόν (ευγενικό)
出やすいです
Άρνηση (απλή)
出やすくない
Άρνηση (ευγενική)
出やすくないです
Παρελθόν (απλό)
出やすかった
Παρελθόν (ευγενικό)
出やすかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出やすくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出やすくなかったです
Τε-μορφή
出やすくて
Υποθετική (ば)
出やすければ