出る
ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 φεύγω, βγαίνω, εξέρχομαι
- 02 αναχωρώ, ξεκινώ (για ταξίδι)
- 03 προχωρώ
- 04 φτάνω, οδηγώ σε, καταλήγω σε
- 05 εμφανίζομαι, αναδύομαι, βγαίνω στην επιφάνεια, εντοπίζομαι, ανακαλύπτομαι, αποκαλύπτομαι, εκτίθεμαι, παρουσιάζομαι
- 06 εκδίδονται, δημοσιεύομαι, ανακοινώνομαι, κυκλοφορώ, περιλαμβάνομαι (σε λίστα)
- 07 παρευρίσκομαι, συμμετέχω, λαμβάνω μέρος, μπαίνω (σε εκδήλωση), αγωνίζομαι, παίζω, παρουσιάζω
- 08 αναφέρομαι, εκφράζομαι, τίθεται (θέμα), προκύπτω
- 09 πωλούμαι, πουλιέμαι
- 10 υπερβαίνω, ξεπερνώ
- 11 προεξέχω, εξέχω
- 12 ξεσπάω, συμβαίνω, εκδηλώνομαι, ξεκινώ, προέρχομαι
- 13 παράγομαι, παράγεται
- 14 προέρχομαι από, παράγομαι από, απορρέω από
- 15 δίνομαι, λαμβάνω, παραλαμβάνω, προσφέρομαι, παρέχομαι, υποβάλλομαι, παραδίδομαι, πληρώνομαι
- 16 απαντώ (στο τηλέφωνο, στην πόρτα κ.λπ.), σηκώνω (το τηλέφωνο)
- 17 υιοθετώ (στάση), ενεργώ, συμπεριφέρομαι
- 18 αυξάνω (ταχύτητα κ.λπ.), κερδίζω
- 19 ρέω (π.χ. δάκρυα), τρέχω, αιμορραγώ
- 20 αποφοιτώ
- 21 χυδαίο εκσπερματίζω
Παραδείγματα
-
駅を出ます。
Φεύγω από τον σταθμό.
-
この試験には、過去の問題と似たようなものが多く出ます。
Σε αυτήν την εξέταση, πέφτουν πολλές ερωτήσεις παρόμοιες με τις παλιές.
-
彼は長年の努力が実り、ついにその才能が世に出て大きな注目を集めることになった。
Μετά από χρόνια προσπάθειας, το ταλέντο του επιτέλους αναγνωρίστηκε και τράβηξε την προσοχή του κόσμου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出る
- Παρόν (ευγενικό)
- 出ます
- Άρνηση (απλή)
- 出ない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出ません
- Παρελθόν (απλό)
- 出た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出ませんでした
- Τε-μορφή
- 出て
- Δυνητική
- 出られる
- Προστακτική
- 出ろ
- Βουλητική
- 出よう
- Υποθετική (ば)
- 出れば
- Υποθετική (たら)
- 出たら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出たい
- Απαγορευτική (~な)
- 出るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出なさい
- Παθητική
- 出られる
- Αιτιατική
- 出させる