ところ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγαίνω όπου χρειάζεται για να διευθετηθεί ένα ζήτημα, για παράδειγμα στο δικαστήριο

Κλίση

Παρόν (απλό)
出る所に出る
Παρόν (ευγενικό)
出る所に出ます
Άρνηση (απλή)
出る所に出ない
Άρνηση (ευγενική)
出る所に出ません
Παρελθόν (απλό)
出る所に出た
Παρελθόν (ευγενικό)
出る所に出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出る所に出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出る所に出ませんでした
Τε-μορφή
出る所に出て
Δυνητική
出る所に出られる
Προστακτική
出る所に出ろ
Βουλητική
出る所に出よう
Υποθετική (ば)
出る所に出れば