バン

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συντομογραφία ξεφόρτωμα εμπορευμάτων από φορτηγό εμπορευματοκιβωτίων κ.λπ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
出バンする
Παρόν (ευγενικό)
出バンします
Άρνηση (απλή)
出バンしない
Άρνηση (ευγενική)
出バンしません
Παρελθόν (απλό)
出バンした
Παρελθόν (ευγενικό)
出バンしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出バンしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出バンしませんでした
Τε-μορφή
出バンして
Δυνητική
出バンできる
Προστακτική
出バンしろ
Βουλητική
出バンしよう
Υποθετική (ば)
出バンすれば