しゅっ

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτυχία στη ζωή, προκοπή, εξέλιξη, επιτυχημένη καριέρα, προαγωγή, ανέλιξη στην ιεραρχία, επαγγελματική άνοδος, κύρος, διάκριση

Παραδείγματα

  • かれ出世しゅっせしたおもっています。

    Θέλει να προχωρήσει στην καριέρα του.

  • 彼女かのじょ努力どりょく甲斐かいあって、わかくして出世しゅっせしました

    Χάρη στην προσπάθειά της, πήρε προαγωγή σε νεαρή ηλικία.

  • かれ出世しゅっせのためならどんな苦労くろうもいとわないと、常々つねづねくちにしていました。

    Έλεγε πάντα ότι δεν θα δίσταζε μπροστά σε καμία δυσκολία για την επαγγελματική του ανέλιξη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
出世する
Παρόν (ευγενικό)
出世します
Άρνηση (απλή)
出世しない
Άρνηση (ευγενική)
出世しません
Παρελθόν (απλό)
出世した
Παρελθόν (ευγενικό)
出世しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出世しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出世しませんでした
Τε-μορφή
出世して
Δυνητική
出世できる
Προστακτική
出世しろ
Βουλητική
出世しよう
Υποθετική (ば)
出世すれば