しゅっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάληψη υπηρεσίας στο δημόσιο, παρουσία στο γραφείο, προσέλευση στην εργασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
出仕する
Παρόν (ευγενικό)
出仕します
Άρνηση (απλή)
出仕しない
Άρνηση (ευγενική)
出仕しません
Παρελθόν (απλό)
出仕した
Παρελθόν (ευγενικό)
出仕しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出仕しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出仕しませんでした
Τε-μορφή
出仕して
Δυνητική
出仕できる
Προστακτική
出仕しろ
Βουλητική
出仕しよう
Υποθετική (ば)
出仕すれば