出で会あう

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συναντώ (τυχαία), πέφτω πάνω σε, βρίσκω μπροστά μου, συναντώ, συναντώ από τύχη
  2. 02 ειδικά ως 出合う συναντώ (π.χ. για ποτάμια, αυτοκινητόδρομους)
  3. 03 εμπλέκομαι (σε μάχη με τον εχθρό)

Παραδείγματα

  • 駅えきで友達ともだちに出会であいました。

    Συνάντησα έναν φίλο στον σταθμό.

  • 新あたらしい趣味しゅみを通とおして、たくさんの素敵すてきな仲間なかまに出会であえました。

    Μέσα από το νέο μου χόμπι, γνώρισα πολλούς υπέροχους φίλους.

  • 予期よきせぬ出来事できごとに出会であうことで、自分じぶんの可能性かのうせいが広ひろがることもあります。

    Μερικές φορές, όταν συναντάμε απρόσμενα γεγονότα, οι δικές μας δυνατότητες μπορεί να διευρυνθούν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
出会う
Παρόν (ευγενικό)
出会います
Άρνηση (απλή)
出会わない
Άρνηση (ευγενική)
出会いません
Παρελθόν (απλό)
出会った
Παρελθόν (ευγενικό)
出会いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出会わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出会いませんでした
Τε-μορφή
出会って
Δυνητική
出会える
Προστακτική
出会え
Βουλητική
出会おう
Υποθετική (ば)
出会えば