Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
出入り禁止
でいりきんし
出
出
で
入
い
り
禁
きん
止
し
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
απαγόρευση εισόδου (σε κτίριο, χώρο, κ.λπ.)