出入り
ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 μπαινοβγαίνω, είσοδος και έξοδος
- 02 συχνάζω, έχω τακτικές συναλλαγές
- 03 έσοδα και έξοδα, εισπράξεις και πληρωμές
- 04 αύξηση και μείωση, πλεόνασμα και έλλειμμα, διακύμανση
- 05 καβγάς, φασαρία, διαμάχη
- 06 εσοχές (π.χ. ακτογραμμής)
Παραδείγματα
-
駅の出入が多い。
Υπάρχει πολλή κίνηση στον σταθμό.
-
関係者以外の出入は禁止です。
Απαγορεύεται η είσοδος σε μη εξουσιοδοτημένα άτομα.
-
彼らは以前から金銭の出入があり、それがトラブルの原因となることもありました。
Είχαν οικονομικές συναλλαγές εδώ και καιρό, και αυτό κάποιες φορές προκαλούσε προβλήματα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出入りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 出入りします
- Άρνηση (απλή)
- 出入りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出入りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 出入りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出入りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出入りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出入りしませんでした
- Τε-μορφή
- 出入りして
- Δυνητική
- 出入りできる
- Προστακτική
- 出入りしろ
- Βουλητική
- 出入りしよう
- Υποθετική (ば)
- 出入りすれば
- Υποθετική (たら)
- 出入りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出入りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 出入りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出入りしなさい
- Παθητική
- 出入りされる
- Αιτιατική
- 出入りさせる