まえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διανομή φαγητού στο σπίτι (ντεμάε), υπηρεσία τροφοδοσίας εκτός καταστήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
出前する
Παρόν (ευγενικό)
出前します
Άρνηση (απλή)
出前しない
Άρνηση (ευγενική)
出前しません
Παρελθόν (απλό)
出前した
Παρελθόν (ευγενικό)
出前しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出前しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出前しませんでした
Τε-μορφή
出前して
Δυνητική
出前できる
Προστακτική
出前しろ
Βουλητική
出前しよう
Υποθετική (ば)
出前すれば