はじめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να εμφανίζομαι, αρχίζω να παρουσιάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
出始める
Παρόν (ευγενικό)
出始めます
Άρνηση (απλή)
出始めない
Άρνηση (ευγενική)
出始めません
Παρελθόν (απλό)
出始めた
Παρελθόν (ευγενικό)
出始めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出始めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出始めませんでした
Τε-μορφή
出始めて
Δυνητική
出始められる
Προστακτική
出始めろ
Βουλητική
出始めよう
Υποθετική (ば)
出始めれば