しゅつじょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έξοδος από κατάσταση βαθιάς συγκέντρωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
出定する
Παρόν (ευγενικό)
出定します
Άρνηση (απλή)
出定しない
Άρνηση (ευγενική)
出定しません
Παρελθόν (απλό)
出定した
Παρελθόν (ευγενικό)
出定しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出定しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出定しませんでした
Τε-μορφή
出定して
Δυνητική
出定できる
Προστακτική
出定しろ
Βουλητική
出定しよう
Υποθετική (ば)
出定すれば