しゅっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκατάλειψη των εγκόσμιων για τον μοναχισμό
  2. 02 ιερέας, μοναχός, βούδιστής ιερέας

Κλίση

Παρόν (απλό)
出家する
Παρόν (ευγενικό)
出家します
Άρνηση (απλή)
出家しない
Άρνηση (ευγενική)
出家しません
Παρελθόν (απλό)
出家した
Παρελθόν (ευγενικό)
出家しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出家しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出家しませんでした
Τε-μορφή
出家して
Δυνητική
出家できる
Προστακτική
出家しろ
Βουλητική
出家しよう
Υποθετική (ば)
出家すれば