くす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαντλούμαι, διατυπώνομαι πλήρως (για απόψεις, ιδέες κ.λπ.), εκφράζομαι εξολοκλήρου, αναλύομαι σε βάθος, εξαντλούνται τα αποθέματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
出尽くす
Παρόν (ευγενικό)
出尽くします
Άρνηση (απλή)
出尽くさない
Άρνηση (ευγενική)
出尽くしません
Παρελθόν (απλό)
出尽くした
Παρελθόν (ευγενικό)
出尽くしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出尽くさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出尽くしませんでした
Τε-μορφή
出尽くして
Δυνητική
出尽くせる
Προστακτική
出尽くせ
Βουλητική
出尽くそう
Υποθετική (ば)
出尽くせば