しゅってん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: でみせ

  1. 01 άνοιγμα νέου καταστήματος, ίδρυση νέου υποκαταστήματος
  2. 02 στήσιμο πάγκου (σε φεστιβάλ, εμπορική έκθεση, κ.λπ.), στήσιμο περιπτέρου, συμμετοχή σε έκθεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
出店する
Παρόν (ευγενικό)
出店します
Άρνηση (απλή)
出店しない
Άρνηση (ευγενική)
出店しません
Παρελθόν (απλό)
出店した
Παρελθόν (ευγενικό)
出店しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出店しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出店しませんでした
Τε-μορφή
出店して
Δυνητική
出店できる
Προστακτική
出店しろ
Βουλητική
出店しよう
Υποθετική (ば)
出店すれば