ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προεξέχω, εξέχω, προβάλλω
  2. 02 μεταβαίνω κάπου για εργασία, πηγαίνω κάπου για επαγγελματικό σκοπό, αναχωρώ για επαγγελματικό ταξίδι

Κλίση

Παρόν (απλό)
出張る
Παρόν (ευγενικό)
出張ります
Άρνηση (απλή)
出張らない
Άρνηση (ευγενική)
出張りません
Παρελθόν (απλό)
出張った
Παρελθόν (ευγενικό)
出張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出張りませんでした
Τε-μορφή
出張って
Δυνητική
出張れる
Προστακτική
出張れ
Βουλητική
出張ろう
Υποθετική (ば)
出張れば