もど

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστρέφω εκεί απ' όπου ήρθα
  2. 02 επιστρέφω στο πατρικό μου σπίτι (μετά από διαζύγιο ή χωρισμό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
出戻る
Παρόν (ευγενικό)
出戻ります
Άρνηση (απλή)
出戻らない
Άρνηση (ευγενική)
出戻りません
Παρελθόν (απλό)
出戻った
Παρελθόν (ευγενικό)
出戻りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出戻らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出戻りませんでした
Τε-μορφή
出戻って
Δυνητική
出戻れる
Προστακτική
出戻れ
Βουλητική
出戻ろう
Υποθετική (ば)
出戻れば