出捐
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνεισφορά, εισφορά
- 02 εγγραφή σε συνδρομή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出捐する
- Παρόν (ευγενικό)
- 出捐します
- Άρνηση (απλή)
- 出捐しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出捐しません
- Παρελθόν (απλό)
- 出捐した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出捐しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出捐しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出捐しませんでした
- Τε-μορφή
- 出捐して
- Δυνητική
- 出捐できる
- Προστακτική
- 出捐しろ
- Βουλητική
- 出捐しよう
- Υποθετική (ば)
- 出捐すれば
- Υποθετική (たら)
- 出捐したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出捐したい
- Απαγορευτική (~な)
- 出捐するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出捐しなさい
- Παθητική
- 出捐される
- Αιτιατική
- 出捐させる