ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φρεσκοφτιαγμένος, ολόφρεσκος (π.χ. από τον φούρνο), νεόδμητος (π.χ. σπίτι), ολοκαίνουργιος