ある

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγαίνω έξω, κυκλοφορώ, τριγυρίζω, περιφέρομαι

Παραδείγματα

  • よく出歩であるきますか。

    Βγαίνεις συχνά έξω;

  • よる一人ひとり出歩であるのは危険きけんです。

    Είναι επικίνδυνο να κυκλοφορείς μόνος σου τη νύχτα.

  • 最近さいきん新型しんがたコロナウイルスの影響えいきょうで、人通ひとどおりのおお場所ばしょ出歩であるのをひかえています。

    Λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, αποφεύγω τελευταία να κυκλοφορώ σε πολυσύχναστα μέρη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
出歩く
Παρόν (ευγενικό)
出歩きます
Άρνηση (απλή)
出歩かない
Άρνηση (ευγενική)
出歩きません
Παρελθόν (απλό)
出歩いた
Παρελθόν (ευγενικό)
出歩きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出歩かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出歩きませんでした
Τε-μορφή
出歩いて
Δυνητική
出歩ける
Προστακτική
出歩け
Βουλητική
出歩こう
Υποθετική (ば)
出歩けば