出歯る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο συμπεριφέρομαι ανήθικα, επιτίθεμαι (σεξουαλικά) σε γυναίκα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出歯る
- Παρόν (ευγενικό)
- 出歯ります
- Άρνηση (απλή)
- 出歯らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出歯りません
- Παρελθόν (απλό)
- 出歯った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出歯りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出歯らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出歯りませんでした
- Τε-μορφή
- 出歯って
- Δυνητική
- 出歯れる
- Προστακτική
- 出歯れ
- Βουλητική
- 出歯ろう
- Υποθετική (ば)
- 出歯れば
- Υποθετική (たら)
- 出歯ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出歯りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 出歯るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出歯りなさい
- Παθητική
- 出歯られる
- Αιτιατική
- 出歯らせる