さか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έρχομαι στην εποχή μου (για φρούτα, κ.λπ.), είμαι στην εποχή μου
  2. 02 βγαίνω έξω μαζικά (για ανθρώπους), συρρέω σε μεγάλο αριθμό, κατακλύζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
出盛る
Παρόν (ευγενικό)
出盛ります
Άρνηση (απλή)
出盛らない
Άρνηση (ευγενική)
出盛りません
Παρελθόν (απλό)
出盛った
Παρελθόν (ευγενικό)
出盛りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出盛らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出盛りませんでした
Τε-μορφή
出盛って
Δυνητική
出盛れる
Προστακτική
出盛れ
Βουλητική
出盛ろう
Υποθετική (ば)
出盛れば