なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω μια νέα αρχή, γυρίζω σελίδα
  2. 02 επισκέπτομαι ξανά, ξανάρχομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
出直す
Παρόν (ευγενικό)
出直します
Άρνηση (απλή)
出直さない
Άρνηση (ευγενική)
出直しません
Παρελθόν (απλό)
出直した
Παρελθόν (ευγενικό)
出直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出直しませんでした
Τε-μορφή
出直して
Δυνητική
出直せる
Προστακτική
出直せ
Βουλητική
出直そう
Υποθετική (ば)
出直せば