出社
ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετάβαση στην εργασία (π.χ. το πρωί), άφιξη στην εργασία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出社する
- Παρόν (ευγενικό)
- 出社します
- Άρνηση (απλή)
- 出社しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出社しません
- Παρελθόν (απλό)
- 出社した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出社しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出社しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出社しませんでした
- Τε-μορφή
- 出社して
- Δυνητική
- 出社できる
- Προστακτική
- 出社しろ
- Βουλητική
- 出社しよう
- Υποθετική (ば)
- 出社すれば
- Υποθετική (たら)
- 出社したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出社したい
- Απαγορευτική (~な)
- 出社するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出社しなさい
- Παθητική
- 出社される
- Αιτιατική
- 出社させる