しゅっこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναχώρηση (πλοίου, αεροπλάνου), απόπλους, σαλπάρισμα, αναχώρηση από λιμάνι, βγαίνω στη θάλασσα, απογείωση

Παραδείγματα

  • ふね出航しゅっこうします

    Το πλοίο αναχωρεί.

  • ふねあさ8出航しゅっこうしました

    Το πλοίο απέπλευσε στις 8 το πρωί.

  • 悪天候あくてんこうのため、フェリーの出航しゅっこうが1時間じかんおくれることになったと連絡れんらくがありました。

    Μας ενημέρωσαν ότι λόγω των κακών καιρικών συνθηκών, η αναχώρηση του φέρι καθυστέρησε μία ώρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
出航する
Παρόν (ευγενικό)
出航します
Άρνηση (απλή)
出航しない
Άρνηση (ευγενική)
出航しません
Παρελθόν (απλό)
出航した
Παρελθόν (ευγενικό)
出航しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出航しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出航しませんでした
Τε-μορφή
出航して
Δυνητική
出航できる
Προστακτική
出航しろ
Βουλητική
出航しよう
Υποθετική (ば)
出航すれば