出違う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αστοχώ να συναντήσω κάποιον επισκέπτη που ήρθε
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出違う
- Παρόν (ευγενικό)
- 出違います
- Άρνηση (απλή)
- 出違わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出違いません
- Παρελθόν (απλό)
- 出違った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出違いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出違わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出違いませんでした
- Τε-μορφή
- 出違って
- Δυνητική
- 出違える
- Προστακτική
- 出違え
- Βουλητική
- 出違おう
- Υποθετική (ば)
- 出違えば
- Υποθετική (たら)
- 出違ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出違いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 出違うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出違いなさい
- Παθητική
- 出違われる
- Αιτιατική
- 出違わせる