出願
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αίτηση, υποβολή αίτησης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 出願する
- Παρόν (ευγενικό)
- 出願します
- Άρνηση (απλή)
- 出願しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 出願しません
- Παρελθόν (απλό)
- 出願した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 出願しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 出願しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 出願しませんでした
- Τε-μορφή
- 出願して
- Δυνητική
- 出願できる
- Προστακτική
- 出願しろ
- Βουλητική
- 出願しよう
- Υποθετική (ば)
- 出願すれば
- Υποθετική (たら)
- 出願したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 出願したい
- Απαγορευτική (~な)
- 出願するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 出願しなさい
- Παθητική
- 出願される
- Αιτιατική
- 出願させる