かたな

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φοράω σπαθί

Κλίση

Παρόν (απλό)
刀を差す
Παρόν (ευγενικό)
刀を差します
Άρνηση (απλή)
刀を差さない
Άρνηση (ευγενική)
刀を差しません
Παρελθόν (απλό)
刀を差した
Παρελθόν (ευγενικό)
刀を差しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刀を差さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刀を差しませんでした
Τε-μορφή
刀を差して
Δυνητική
刀を差せる
Προστακτική
刀を差せ
Βουλητική
刀を差そう
Υποθετική (ば)
刀を差せば