もの

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοφτερό εργαλείο, εργαλείο κοπής, μαχαίρι

Παραδείγματα

  • 刃物はものあぶないです。

    Τα κοφτερά αντικείμενα είναι επικίνδυνα.

  • 料理りょうりには色々いろいろ刃物はもの使つかいます。

    Στο μαγείρεμα χρησιμοποιούμε διάφορα κοφτερά εργαλεία.

  • この建物たてものでは、安全あんぜんのため刃物はもの持ち込みもちこみ禁止きんしされています。

    Για λόγους ασφαλείας, απαγορεύεται η είσοδος με κοφτερά αντικείμενα σε αυτό το κτίριο.