かつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαιρώ, χωρίζω
  2. 02 γράφεται και ως 頒つ μοιράζω, διανέμω
  3. 03 διακρίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
分かつ
Παρόν (ευγενικό)
分かちます
Άρνηση (απλή)
分かたない
Άρνηση (ευγενική)
分かちません
Παρελθόν (απλό)
分かった
Παρελθόν (ευγενικό)
分かちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分かたなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分かちませんでした
Τε-μορφή
分かって
Δυνητική
分かてる
Προστακτική
分かて
Βουλητική
分かとう
Υποθετική (ば)
分かてば