分かれ争う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο διχάζομαι (ως προς οίκο, έθνος κ.λπ.), φιλονικώ και χωρίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 分かれ争う
- Παρόν (ευγενικό)
- 分かれ争います
- Άρνηση (απλή)
- 分かれ争わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 分かれ争いません
- Παρελθόν (απλό)
- 分かれ争った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 分かれ争いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 分かれ争わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 分かれ争いませんでした
- Τε-μορφή
- 分かれ争って
- Δυνητική
- 分かれ争える
- Προστακτική
- 分かれ争え
- Βουλητική
- 分かれ争おう
- Υποθετική (ば)
- 分かれ争えば
- Υποθετική (たら)
- 分かれ争ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 分かれ争いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 分かれ争うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 分かれ争いなさい
- Παθητική
- 分かれ争われる
- Αιτιατική
- 分かれ争わせる