かんない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη δεν καταλαβαίνω, δεν γνωρίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
分かんない
Παρόν (ευγενικό)
分かんないです
Άρνηση (απλή)
分かんなくない
Άρνηση (ευγενική)
分かんなくないです
Παρελθόν (απλό)
分かんなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
分かんなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分かんなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分かんなくなかったです
Τε-μορφή
分かんなくて
Υποθετική (ば)
分かんなければ