ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισχωρώ, ανοίγω δρόμο διαμέσου, διασχίζω πιέζοντας, προχωρώ με δυσκολία μέσα από

Κλίση

Παρόν (απλό)
分け入る
Παρόν (ευγενικό)
分け入ります
Άρνηση (απλή)
分け入らない
Άρνηση (ευγενική)
分け入りません
Παρελθόν (απλό)
分け入った
Παρελθόν (ευγενικό)
分け入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分け入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分け入りませんでした
Τε-μορφή
分け入って
Δυνητική
分け入れる
Προστακτική
分け入れ
Βουλητική
分け入ろう
Υποθετική (ば)
分け入れば