ぶんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχωρισμός του φωτός στα φασματικά του συστατικά, διασκεδασμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
分光する
Παρόν (ευγενικό)
分光します
Άρνηση (απλή)
分光しない
Άρνηση (ευγενική)
分光しません
Παρελθόν (απλό)
分光した
Παρελθόν (ευγενικό)
分光しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分光しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分光しませんでした
Τε-μορφή
分光して
Δυνητική
分光できる
Προστακτική
分光しろ
Βουλητική
分光しよう
Υποθετική (ば)
分光すれば