ぶんさつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοτελής τόμος, τεύχος, βιβλιογραφικό τμήμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
分冊する
Παρόν (ευγενικό)
分冊します
Άρνηση (απλή)
分冊しない
Άρνηση (ευγενική)
分冊しません
Παρελθόν (απλό)
分冊した
Παρελθόν (ευγενικό)
分冊しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
分冊しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
分冊しませんでした
Τε-μορφή
分冊して
Δυνητική
分冊できる
Προστακτική
分冊しろ
Βουλητική
分冊しよう
Υποθετική (ば)
分冊すれば