分別
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ふんべつ
- 01 διαχωρισμός (π.χ. απορριμμάτων κατά την ανακύκλωση), ταξινόμηση, διάκριση, διαίρεση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 分別する
- Παρόν (ευγενικό)
- 分別します
- Άρνηση (απλή)
- 分別しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 分別しません
- Παρελθόν (απλό)
- 分別した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 分別しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 分別しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 分別しませんでした
- Τε-μορφή
- 分別して
- Δυνητική
- 分別できる
- Προστακτική
- 分別しろ
- Βουλητική
- 分別しよう
- Υποθετική (ば)
- 分別すれば
- Υποθετική (たら)
- 分別したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 分別したい
- Απαγορευτική (~な)
- 分別するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 分別しなさい
- Παθητική
- 分別される
- Αιτιατική
- 分別させる