分担
ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανάληψη του μεριδίου κάποιου (π.χ. εργασίας), διαμοιρασμός (εργασίας, εξόδων κ.λπ.) μεταξύ μελών, καταμερισμός, κατανομή, διάθεση, ανάθεση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 分担する
- Παρόν (ευγενικό)
- 分担します
- Άρνηση (απλή)
- 分担しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 分担しません
- Παρελθόν (απλό)
- 分担した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 分担しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 分担しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 分担しませんでした
- Τε-μορφή
- 分担して
- Δυνητική
- 分担できる
- Προστακτική
- 分担しろ
- Βουλητική
- 分担しよう
- Υποθετική (ば)
- 分担すれば
- Υποθετική (たら)
- 分担したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 分担したい
- Απαγορευτική (~な)
- 分担するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 分担しなさい
- Παθητική
- 分担される
- Αιτιατική
- 分担させる